Υπάρχουν στιγμές που δεν φωνάζουν.
Δεν κάνουν θόρυβο, δεν σπάνε πράγματα, δεν αφήνουν εμφανή σημάδια.
Κι όμως, είναι αυτές που σε αλλάζουν περισσότερο.
Ήταν ένα Σάββατο, χρόνια πριν.
Από εκείνα τα Σάββατα που κανονικά ανήκουν στα παιδιά, στα κεράκια, στα χαμόγελα, σε τούρτες που κόβονται λίγο στραβά. Ήταν τα γενέθλια των παιδιών του. Το ήξερε από μέρες και το περίμενε σαν μικρή ανάσα μέσα στην εβδομάδα.
Δούλευε τότε υπάλληλος υδραυλικός. Όχι για τον εαυτό του, για κάποιον άλλον.
Ο μάστορας τον πήρε τηλέφωνο:
«Έχουμε επείγουσα δουλειά. Πρέπει να πάμε.»
Δεν ήθελε. Το είπε. Το ένιωσε μέχρι το κόκαλο.
Αλλά πήγε.
Την προηγούμενη νύχτα είχε ετοιμάσει τα πάντα. Εργαλεία, υλικά, διαδρομή. Ζήτησε να πάνε με ξεχωριστά αυτοκίνητα. Όχι από ιδιοτροπία, από εμπειρία. Ήξερε ότι ο μάστορας θα σταματούσε για καφέ, κουβέντες, ιστορίες που δεν τελειώνουν ποτέ. Εκείνος δεν είχε χρόνο. Είχε παιδιά που τον περίμεναν.
Όταν έφτασαν, ζήτησε κάτι απλό:
«Άσε με να κάνω τη δουλειά. Μην με διακόπτεις.»
Σε σαράντα επτά λεπτά όλα είχαν τελειώσει.
Καθαρά. Σωστά. Όπως πρέπει.
Ο μάστορας πληρώθηκε 800 ευρώ.
Η δουλειά, θεωρητικά, ήθελε τρεις με τέσσερις ώρες.
Εκείνος πληρώθηκε για μία ώρα.
Δέκα ευρώ.
Εκείνη τη στιγμή δεν μίλησε.
Δεν θύμωσε φανερά.
Δεν έκανε σκηνή.
Απλώς ένιωσε τη γροθιά στο στομάχι.
Όχι για τα χρήματα.
Αλλά για την προσδοκία που πέθανε εκείνη τη στιγμή.
Για την ιδέα ότι «αν δουλέψεις σωστά, αν προσπαθήσεις, κάποιος θα το δει».
Για την ψευδαίσθηση ότι η αδικία είναι πάντα εξαίρεση και όχι σύστημα.
Η γροθιά αυτή δεν ήταν πόνος. Ήταν καθαρότητα.
Ήταν η στιγμή που ξεκαθαρίζει κάτι μέσα σου χωρίς να ζητά άδεια.
Εκείνη την ημέρα πήρε την απόφαση.
Όχι μεγαλόφωνα. Όχι ηρωικά.
Σιωπηλά.
Θα έφευγε. Θα ρίσκαρε.
Αγόρασε ένα μεταχειρισμένο αυτοκίνητο.
Το έστησε μόνος του.
Έμαθε, έπεσε, ξανασήκωσε εργαλεία.
Τρεις μήνες μετά, δούλευε μόνος του.
Δεν έγινε ξαφνικά εύκολο.
Δεν έγινε δίκαιο.
Αλλά έγινε δικό του.
Κάποιες αποφάσεις δεν γεννιούνται από όνειρα.
Γεννιούνται από μια ήσυχη, αβάσταχτη αδικία.
Από τη στιγμή που καταλαβαίνεις ότι αν μείνεις, θα προδώσεις όχι μόνο τον εαυτό σου, αλλά και εκείνους που σε περιμένουν να γυρίσεις σπίτι.
Το «τολμώ» δεν είναι πάντα άλμα στο κενό.
Μερικές φορές είναι απλώς το θάρρος να πεις: ως εδώ.
Και να φύγεις χωρίς να κοιτάξεις πίσω.
Ευχαριστώ τον φίλο Γιώργο που μοιράστηκε αυτή την ιστορία. Γιατί όταν κάτι ειπωθεί, παύει να είναι μόνο προσωπικό, και ίσως βοηθήσει κι άλλους να αναγνωρίσουν τη δική τους «γροθιά στο στομάχι».




