Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2016

άτιτλο, Μιράντας Λαμπράκη


Τρύπια τ’ ουρανού η στέγη
και πλημμύρισε το πλακόστρωτο
αηδόνια και πλατάνια και πουκάμισα σε σελοφάν
φορτωμένα μνήμες, από μιαν άλλη Σαλαμίνα.
Κι εκεί, γύρω στο μεσημέρι και κάτι,
μια νότα λιποτάχτης απ’ την χορδή μιας πόλης,
τράβηξε το νήμα που ξεθάβει
βυθισμένες στην άμμο μορφές
και χάιδεψε απαλά τα βλέφαρα
καλοκαιριού που δεν τέλειωσε,
αυτού που χρόνια τώρα
πνίγει την ανάσα των ημερών μας
και αμίλητο μάς κοιτάει
με το μαρμαρωμένο του πρόσωπο.
Έγχορδη πληγή αυγουστιάτικη
που ήρθε κι άνοιξε ξανά
με μια νότα που ‘μεινε κι αυτή μισή
σε ξεχασμένο στίχο.


Μιράντα Λαμπράκη

Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2016

Ατελέσφορη Κραυγή



Καταναλώνομαι
στο είναι τους,
στα ξεφτισμένα ιδανικά
που ξορκίζουν τη νιότη,
στη σιωπή των αιώνων
που η λήθη αλαφιασμένη ποθεί.
Μα αλώβητη μένω,
με τον προστατευτικό μου κλοιό να στενεύει
ανυπόφορα.

Χριστιάνα Αχιλλέως

Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2016

14η Αυγούστου,1974



Αφήσαμε το φαγητό στη
φωτιά.

Να σιγοκαίει τα σπλάχνα που
εγκαταλείπαμε.

Μας είπαν πρέπει να φύγουμε.
Για λίγο.

Και πως θα ξαναγυρνούσαμε.

Με μόνες αποσκευές την γλαυκή αμμουδιά,
το δροσερό πορτοκάλι και το
ξωκλήσι μας.

Όμως, περνούσαν οι μέρες,
γερνούσαν τα χρόνια.

Αιώνες στην κλεψύδρα της
καρδιάς μας.

Αγκομαχούσαμε τη ζωή.

Κι όμως!

Βλέπαμε δειλούς να
λοιδορούν την αλήθεια.

Βλέπαμε χαμόγελα και
χειραψίες να μας γδέρνουν
το κορμί•
η ψυχή μας ένα κουβάρι
βογκητό εξαντλημένο στο
θάνατο.

Να ραίνει το δέρμα κατά την
επώασή της.

Κάθε μας βρώση κι ένα κομμάτι συρματόπλεγμα
στο στόμα.

Μα το αίμα πια δεν ρέει.

Πάγωσε.

Εκείνη τη μέρα.

Σαν κάθε μέρα.

Αφήσαμε το φαγητό στη φωτιά.

Και μείναμε νηστικοί.

Με την επιθυμία στραμμένη
στον ερειπιώνα,
μιας κουζίνας, στο βορρά.

Χριστόφορος Αττικουρής

Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2016

Η άλλη όχθη

Στεκόσουν στην άλλη όχθη. Η ηδονή της κατοχής τουκαινούργιου αμαξιού, αυτοϊκανοποίηση του εγώ, στη νήσοτων μακάριων γλειφτών. Ο εθισμός στη δόση του χρέους,διαχειρίζεται το εσείς. Πολιτικές ερωμένες σταυρώνουνφαντάσματα και πυροδοτούν τη σκηνή.

Περιμένοντας την Ιστορία να απελευθερωθεί στον μύθο,ο οίκτος για τους αμνήμονες με σπρώχνει στην τελευταίαεξόρμηση. Στέκομαι στην άλλη όχθη βέβαιος πια για τοαποτέλεσμα.

Μακάριοι οι ιδόντες και πιστεύσαντες. Μακάριοι οιλέγοντες την αλήθειαν εν παντί καιρώ. Μακάριοι οιαντιστεκόμενοι στην κατοχή. Μακάριοι οι ομολογούντεςτην καταγωγή τους.

Στέκομαι στην άλλη όχθη. Η δολοφονία της σιωπής,ανάγκη αντίστασης στη νήσο των αρρενωπών ευνούχων.Το Πάνθεο των Ηρώων μου δείχνει τον δρόμο.

Aπό την συλλογή : «Η παραμυθία του Πανός»
Κωνσταντίνος Στυλιανού.