Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2016

14η Αυγούστου,1974



Αφήσαμε το φαγητό στη
φωτιά.

Να σιγοκαίει τα σπλάχνα που
εγκαταλείπαμε.

Μας είπαν πρέπει να φύγουμε.
Για λίγο.

Και πως θα ξαναγυρνούσαμε.

Με μόνες αποσκευές την γλαυκή αμμουδιά,
το δροσερό πορτοκάλι και το
ξωκλήσι μας.

Όμως, περνούσαν οι μέρες,
γερνούσαν τα χρόνια.

Αιώνες στην κλεψύδρα της
καρδιάς μας.

Αγκομαχούσαμε τη ζωή.

Κι όμως!

Βλέπαμε δειλούς να
λοιδορούν την αλήθεια.

Βλέπαμε χαμόγελα και
χειραψίες να μας γδέρνουν
το κορμί•
η ψυχή μας ένα κουβάρι
βογκητό εξαντλημένο στο
θάνατο.

Να ραίνει το δέρμα κατά την
επώασή της.

Κάθε μας βρώση κι ένα κομμάτι συρματόπλεγμα
στο στόμα.

Μα το αίμα πια δεν ρέει.

Πάγωσε.

Εκείνη τη μέρα.

Σαν κάθε μέρα.

Αφήσαμε το φαγητό στη φωτιά.

Και μείναμε νηστικοί.

Με την επιθυμία στραμμένη
στον ερειπιώνα,
μιας κουζίνας, στο βορρά.

Χριστόφορος Αττικουρής

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου